Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Ευτυχώς ρε Χρόνη, δεν σκοτώθηκες νωρίς...

13904_1

 “ΧΑΜΟΓΕΛΑ, ΡΕ… ΤΙ ΣΟΥ ΖΗΤΑΝΕ;”

…Ο Πόντιος Πιλάτος ήταν, να πούμε, σαν τους νομάρχες στις επιτροπές ασφαλείας που μας στέλνανε εξορία, απλώς γιατί δεν κάναμε ό,τι θέλαν αυτοί. Όταν λοιπόν πιάσανε το Χριστό και του τον πήγανε -πάντα οι κουφάλες την ίδια τακτική, να σε σπάσουνε, να τους πεις τι ωραίοι που είστε και τι καλά που τα κάνετε και ότι εγώ είμαι μαλάκας που θέλω να είμαι εγώ, κατάλαβες; Τα ίδια με την καθοδήγα μας. Τέλος, που λες, πάνε το Χριστό στον Πιλάτο, βασανισμένο και ταλαιπωρημένο από τους μπάτσους της εποχής, και του λέει η κουφάλα ο Πιλάτος: Έλα, ρε παιδάκι μου, τι θέλεις τώρα και τα σκαλίζεις, μια χαρά παιδί είσαι, νέος, ωραίος, έχεις μια τέχνη, σ’ αγαπάνε οι γυναίκες, μπορείς να παντρευτείς, να κάνεις παιδιά και να πεθάνεις σε βαθιά γεράματα. Δε λυπάσαι τα νιάτα σου και την ομορφιά σου; κάνε μια δήλωση, βάλε μια υπογραφή να λες ότι είσαι μαλάκας, και να γυρίσεις σπιτάκι σου ωραία κι όμορφα. Δε λυπάσαι, ρε, τη μάνα σου που σπαράζει από το κλάμα; Καλά, δεν έχεις αισθήματα μέσα σου εσύ; Τι σόι άνθρωπος είσαι δηλαδή; Εμείς τι είμαστε; Εσύ βρέθηκες να φκιάξεις τον κόσμο; και τα τέτοια που λένε όλες οι κουφάλες της εξουσίας. Και ο Χριστός τον κοίταγε με κείνα τα πανέμορφα, γεμάτα γλύκα και θανατερή κατανόηση μάτια του, σα να του ‘λεγε: Άσε μας, ρε Πιλατάκο, διότι μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι… Ο Πιλάτος το ‘πιασε βέβαια, αλλά βολεμένος μέσα στην ιεραρχία, στα δαχτυλίδα του, τ’ αρώματά του και τα σκατά του είπε: Εγώ πάντως είπα και ελάλησα, αμαρτίαν ουκ έχω και νίπτω τας χείρας μου. Όλες οι ασφάλειες όλου του κόσμου, καπιταλιστικές, σοσιαλιστικές και ουδετέρων, αυτή την κουφάλα αντέγραψαν…..>>

22-11-2012 9-58-10 μμ

http://chronismissios.wordpress.com/

Ποιά ζωή, ρε καρντάσια;

Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία.  Τουλάχιστον μ'αυτήν την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναυπάρξουμε ποτέ.

Και μείς τι την κάνουμε, ρε αντί να την ζήσουμε;

Τι την κάνουμε;Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονόντας την...

Οργανωμένη κοινωνια,οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.

Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;

Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη ,σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα...

Έτσι, μ'αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες;

'Ολο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ'την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν "αξίες", σαν "ηθική", σαν "πολιτισμό".

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κανουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας...

Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα 'ρθει ποτέ...

Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ'τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Ξέρεις γιατι;

Γιατι η μέρα μας είναι φορτωμένη ,αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.

Την καταντήσαμε έναν καθημερινό, χωρίς καμμία ελπίδα ανάστασης, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος.  Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος, είναι μετάβαση, είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ, σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δε δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη και ομορφιά, όπως η Μαρία που φούνταρε προχτές απο την ταράτσα για να μην πεθάνει. Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια ..

<<όσοι έγιναν εξουσία έγιναν καθίκια του κερατά>.

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΟΝΗ ΜΙΣΣΙΟ

Του Θ.ΚΑΡΤΕΡΟΥ

Τα παίρνεις όλα πολύ στα σοβαρά, μου είπε κάποτε γελαστά ο Χρόνης στο προαύλιο του Κορυδαλλού. Είχαμε μια συζήτηση από κείνες που δηλητηρίαζαν τη ζωή μας στη φυλακή –το βλοσυρό εξωτερικό, το ελαφρό εσωτερικό και τα τρία κακά της κομμουνιστικής μας μοίρας. Κι ούτε θυμάμαι τι λέγαμε, μόνο το γέλιο του κι αυτά τα λόγια. Που ενόχλησαν τη νεανική μου επαναστατικότητα –πώς είναι δυνατό ένας τέτοιος άνθρωπος, Σαλονικιός, Λαϊκός Εκδικητής, καταδικασμένος σε θάνατο πριν καν ενηλικιωθεί, προλετάριος, στέλεχος της Νεολαίας Λαμπράκη, που τον θαύμαζα κρυφά από τους «δικούς μας» και τον ζήλευα κρυφά από τους «δικούς του», να ζητάει λιγότερη σοβαρότητα για μια τόσο σοβαρή Υπόθεση;

Αργότερα καταλάβαμε όσοι καταλάβαμε πόσο θανάσιμα σοβαρά έπαιρνε ο ίδιος και την Υπόθεση και το κόστος της. Τη διαδρομή ανάμεσα στις λόγχες του εχθρού και την παγωνιά των φίλων. Μας άνοιξε τα μάτια το ελεγείο για κείνον που, καλά, σκοτώθηκε νωρίς. Και μας άνοιξε τα μάτια όχι μόνο για τον Χρόνη, αλλά και για την Υπόθεση και για μας όλους. Και παρακολουθώντας τον από τότε –τα άλλα του βιβλία, τη στήλη του στην Αυγή, τις ελάχιστες συνεντεύξεις του, τη στάση του απέναντι στο Περιβάλλον, στον έρωτα, στους ανθρώπους και στα ζώα, τη σεμνότητα της ζωής του στο Καπανδρίτι και την ευθύτητα του σαρκασμού του - συνειδητοποιήσαμε πόσα σημαντικά πράγματα μας κοπανούσε στο κεφάλι με τα γραφτά αλλά και με τη σιωπή του αυτό το αγράμματο παιδί από την Καβάλα. Που έμαθε γραφή και ανάγνωση στη φυλακή.
Τώρα έφυγε. Και μάλλον θα χαμογελάει με τις επίσημες ανακοινώσεις που αναφέρονται στη ζωή και στο θάνατό του. Γιατί ο Χρόνης Μίσσιος έζησε τη ζωή του, κουβέντιασε με το θάνατό του, έγραψε για τη ζωή και το θάνατο αυτό που πίστευε ότι άξιζε να γραφτεί. Κρέμασε το σακάκι της νεότητάς του στο καρφί της επανάστασης, κρύωσε μαζί της σε πτέρυγες μελλοθανάτων και σύρματα, δεν άραξε ποτέ στον καναπέ, βάδισε δεκαοχτώ χρονώ λεβέντης ένα δρόμο προσωπικής συνέπειας : δεν άλλαξα το σύστημα αλλά ούτε εκείνο θα με αλλάξει! Έτσι που εμείς, κερδισμένοι από τη δική του κατάθεση ελευθερίας , να μπορούμε να πούμε: Ευτυχώς ρε Χρόνη, δεν σκοτώθηκες νωρίς..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

μη πτύετε επί του δαπέδου
μη βλασφημάτε τον θείο
σχόλια ελεύθερα ύβρεις επί πληρωμή αλλιώς διαγραφή